κατηχώ


κατηχώ
[катихо] р. наставлять в вере. нечто.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "κατηχώ" в других словарях:

  • κατηχώ — κατηχώ, κατήχησα βλ. πίν. 73 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • κατηχώ — ρ. μετβ. обращать в веру, приобщать к вере, наставлять в вере …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • κατηχώ — (AM κατηχῶ, έω) 1. διδάσκω σε κάποιον τα βασικά δόγματα και τις ηθικές αρχές τής χριστιανικής θρησκείας («ἵνα τοὺς ἄλλους κατηχήσω», ΚΔ) 2. (γενικά) δασκαλεύω, διδάσκω, μυώ, εισάγω κάποιον νεοελλ. νουθετώ, συμβουλεύω νεοελλ. μσν. επιπλήττω,… …   Dictionary of Greek

  • κατηχώ — κατήχησα, κατηχήθηκα, κατηχημένος, μπάζω κάποιον στα δόγματα της θρησκείας, διδάσκω: Κατήχησε τον ειδωλολάτρη στην ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κατηχῶ — κατηχέω sound over pres subj act 1st sg (attic epic doric) κατηχέω sound over pres ind act 1st sg (attic epic doric) κατηχέω sound over pres subj act 1st sg (attic epic doric) κατηχέω sound over pres ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατηχίζω — (AM) μσν. συμβουλεύω επίμονα κάποιον, παροτρύνω αρχ. διδάσκω, κατηχώ. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταπλασμένος τ. τού κατηχῶ, κατά τα ρ. σε ίζω] …   Dictionary of Greek

  • μυώ — (I) μυῶ, άω (Α) 1. συμπιέζω τα χείλη σε ένδειξη αποδοκιμασίας («τί μοι μυᾱτε κἀνανεύετε;», Αριστοφ.) 2. (κατά τον Ησύχ.) «μυᾱτε σκαρδαμύττετε». [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. μαρτυρείται άπαξ στον Αριστοφάνη και στη γλώσσα τού Ησυχίου «μυᾱτε σκαρδαμύττετε», όπου… …   Dictionary of Greek

  • προκατηχώ — έω, Α 1. καταπραΰνω, κατευνάζω εκ τών προτέρων με ήχους 2. κατηχώ, διδάσκω προηγουμένως («τὰς... τούτοις ὑπονοίας μὴ παραγυμνούντων, ἀλλ ἐν εἴδει μύθου προκατηχούντων», Ηλιόδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + κατηχῶ «διδάσκω, μυώ, ηχώ»] …   Dictionary of Greek

  • ακατήχητος — η, ο (Α ἀκατήχητος, ον) [κατηχῶ] αυτός που δεν έχει κατηχηθεί, δεν έχει διδαχθεί τις θεμελιώδεις αρχές τής χριστιανικής πίστης νεοελλ. αδασκάλευτος, ακατατόπιστος αρχ. κατά τη Σούδα «ὁ μὴ ὑπὸ ἤχου περιβαλλόμενος» …   Dictionary of Greek

  • εφορκίζω — (ΑΜ ἐφορκίζω) δ. τ. τοῡ ἐπορκίζω νεοελλ. εκκλ. διώχνω με την επίκληση τού Αγίου Πνεύματος το πονηρό πνεύμα από τον κατηχούμενο χριστιανό, εξορκίζω μσν. κατηχώ απίστους. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ὁρκ ίζω (< ὅρκος)] …   Dictionary of Greek